28 6.1 H έννοια της επικοινωνίας

H επισήμανση της Satir (1995), ότι η επικοινωνία είναι για τις σχέσεις των ανθρώπων ό,τι είναι η αναπνοή για τη διατήρηση της ζωής, μας δηλώνει τη σημαντικότητα της πολύπλοκης διεργασίας ανταλλαγής μηνυμάτων μεταξύ των ανθρώπων, μέσω των οποίων δημιουργούν, καλλιεργούν και εξελίσσουν τις σχέσεις τους.

Η επικοινωνία είναι συνυφασμένη με κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα όπως φαίνεται  σ’ έναν από τους πρώτους ορισμούς του όρου, όπου προσδιορίζεται ως «ο μηχανισμός μέσω του οποίου υπάρχουν και αναπτύσσονται οι ανθρώπινες σχέσεις» (Cooley, 1909). Αλλά και όλοι οι μεταγενέστεροι ορισμοί αναφέρονται στην ανάγκη επικοινωνίας ως βασικού χαρακτηριστικού του ανθρώπινου είδους και ως χαρακτηριστικού που υπάρχει «φύσει» σε κάθε άνθρωπο που αφορά στη μεταβίβαση ή εκπομπή και λήψη μηνυμάτων, πληροφοριών, ιδεών, σκέψεων και συναισθημάτων από έναν άνθρωπο (πομπό) σ’ έναν άλλο με στόχο να επηρεάσει την κατάσταση και τη συμπεριφορά του (Verderber, 1998, Κόκκος, 1998, Μπουραντάς, 1992). Βέβαια πρέπει να τονίσουμε ότι η επικοινωνία δεν αφορά σε καμία περίπτωση στην απλή μεταβίβαση πληροφοριών αλλά σε μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία εξαιρετικά ζωτικής σημασίας, η οποία απαιτεί αλληλοκατανόηση μεταξύ ανθρώπων, ομάδων, οργανισμών και είναι καθοριστική για τη συνεργασία, τον συντονισμό και την επιβίωση τους (Josien, 1995 οπ. αναφ. στο Βαρδακώστα, 2001ˑHayes, 1998ˑWatzlawick, Bavelas & Jackson, 2004). Ο τρόπος που πραγματώνεται από κάθε άνθρωπο λεκτικά ή μη λεκτικά η επικοινωνία των σκέψεων, των επιθυμιών, των ιδεών και των αναγκών είναι μοναδικός και αποτελεί ένα ιδιαίτερο γνώρισμα της προσωπικότητας του (Kotzman, 1989).

Οι βασικότεροι λόγοι για την πραγματοποίηση της επικοινωνίας είναι (Μακράτζη, 2016):

  • Η πληροφόρηση – ενημέρωση. Η διανομή των πληροφοριών είναι σημαντική και απαραίτητη για να ληφθούν αποφάσεις, να δοθούν διευκρινίσεις για τα προβλήματα που έχουν προκύψει, να αναζητηθούν και να διαμορφωθούν όπου χρειάζεται λύσεις σε προβλήματα, να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο κοινών στόχων, πολιτικών, πρακτικών, ενεργειών, να ανατεθούν καθήκοντα, να αξιολογηθούν οι πληροφορίες και η αποτελεσματικότητα των ενεργειών ή καθηκόντων.
  • Ο συντονισμός των δράσεων. Με την επικοινωνίαόλοι οι συμμετέχοντες σε μια ομάδα, οργανισμό, επιχείρηση κτλ. μοιράζονται ένα κοινό σκοπό και όραμα, ενώ χωρίς επικοινωνία ένας οργανισμός θα ήταν απλά μια συλλογή από εργαζόμενους με ξεχωριστά καθήκοντα.
  • Η έκφραση των συναισθημάτων. Οι άνθρωποι σε διαφορετικό κάθε φορά πλαίσιο π.χ. οικογένεια, φίλοι, εργασία, επικοινωνούν για να εκφράσουν συναισθήματα όπως χαρά, θυμό, εμπιστοσύνη, απογοήτευση, φόβο.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι στο πεδίο της θεωρίας της επικοινωνίας διαπιστώνεται ότι οι θεωρητικοί του χώρου έχουν μεγάλη διάσταση απόψεων σε όλες τις προσεγγίσεις τους και στο μόνο που συμφωνούν είναι η διαφωνία τους (Craig, 1999:119-20), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια σαφής θεωρία για την επικοινωνία, καθώς όπως διαπιστώνει ο Craig (2009) υπάρχουν πολλά εμπόδια στη διατύπωση κάποιων βασικών αρχών για τη θεωρία. Ο ίδιος μετά τη διαπίστωση των δυσκολιών που υπάρχουν προτείνει, μεταξύ άλλων, ένα διαπολιτισμικό και διεπιστημονικό διάλογο όλων των σχετικών θεωρητικών, ώστε να μπουν οι βάσεις της θεωρίας της επικοινωνίας.

Κάνοντας μια συνοπτική ιστορική αναδρομή στη μελέτη της επικοινωνίας, διαπιστώνουμε ότι Αριστοτέλης πρότεινε, περίπου 2000 χρόνια πριν, ένα «μοντέλο» λόγου, το οποίο αφορούσε άμεσα και συνδεόταν με την επικοινωνία, που παρουσιάζει τα βασικότερα στοιχεία της επικοινωνίας: τον ομιλητή, το μήνυμα (ή ομιλία), το κοινό, την επίδραση/αποτέλεσμα, την περίσταση/αιτία/στόχο (Τσενέ, 2013).

Στις αρχές του 20ου αιώνα είχε αρχίσει η συστηματική και επίμονη αναζήτηση της περιγραφής της διαδικασίας μέσα από εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις. Μια από τις πρώτες  προσεγγίσεις είχε μαθηματικές βάσεις όπως π.χ. των Shanon-Weaver, οι οποίοι το 1949 (oπ. αναφ. στο Ho, 2008) περιγράφουν τη διαδικασία της επικοινωνίας με μαθηματικούς και ποσοτικούς όρους, σε ένα μοντέλο που στιγμάτισε και σηματοδότησε για πολλά χρόνια το θεωρητικό πεδίο της επικοινωνίας και επηρέασε πολλούς από τους μεταγενέστερους θεωρητικούς. Η προσέγγιση αυτή είναι γνωστή ως το «μοντέλο επικοινωνίας των Shannon –Weaver» (Shannon -Weaver model of communication) σχ.10

Σε αυτό το μοντέλο (σχήμα 10) παρουσιάζονται οι παράγοντές που επιδρούν στην ανάπτυξη αποτελεσματικής επικοινωνίας μεταξύ πομπού (αποστολέα) και δέκτη. Σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία της επικοινωνίας είναι ο θόρυβος, το κανάλι-μέσο, ο προορισμός των πληροφοριών-μηνύματος, η κωδικοποίηση και η αποκωδικοποίηση.

Σχήμα 10: «Mοντέλο επικοινωνίας των Shannon –Weaver»

Πηγή: http://communicationtheory.org/shannon-and-weaver-model-of-communication/

Την ίδια εποχή που οι Shannon –Weaver παρουσίασαν το μοντέλο τους, ο Lasswell (1948) έβαλε ένα ακόμη θεωρητικό λιθαράκι στο πεδίο, διατυπώνοντας τα 5 βασικά ερωτήματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν για να περιγράψουμε μια επικοινωνιακή πράξη «ποιος», «λέει τι», «από ποιο κανάλι», «σε ποιον», «με ποιο αποτέλεσμα» (Lasswell, 1948, oπ. αναφ. στο Ho, 2008).

Δέκα χρόνια αργότερα ο Braddock (1958) πρόσθεσε δύο πολύ σημαντικά στοιχεία της επικοινωνίας: α) τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες στέλνεται ένα μήνυμα και β) το συγκεκριμένο σκοπό που ο πομπός λέει κάτι (Braddock, 1958).

Εκείνη την περίοδο εμφανίστηκαν και άλλα θεωρητικά μοντέλα επικοινωνίας, όπως του Jakobson, (1960, oπ. αναφ. στο Ho, 2008) και του David Berlo (1960, oπ. αναφ. στο Ho, 2008) κ.ά., καθένα από τα οποία μελετούσε σε βάθος διάφορους παράγοντες. Με τις επιδράσεις της επικοινωνίας στη συμπεριφορά ασχολούνται, σε μια εργασία σταθμό στο πεδίο της ψυχολογίας, οι Watzlawick, Bavelas, Jackson (2005).

Ένα σημαντικό ζήτημα που επισημαίνει ο Schramm, (1954, οπ. αναφ. στο Κοντάκος & Σταμάτης, 2002) είναι ότι στη διαδικασία της επικοινωνίας «είναι αποπροσανατολιστικό να θεωρεί κανείς ότι αρχίζει από ένα σημείο και καταλήγει σε ένα άλλο», καθώς η διαδικασία είναι διηνεκής, δυναμική, εξελίσσεται συνεχώς και οι συμμετέχοντες έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τόσο τη διαδικασία όσο και τις επικοινωνιακές τους δεξιότητες, καθώς αποκτούν περισσότερες πληροφορίες για το θέμα που τους ενδιαφέρει, ακούν τις απόψεις των άλλων και αλληλεπιδρούν μαζί τους (Dance, 1967 oπ. αναφ. στο Ho, 2008). Η αλληλεπίδραση αυτή είναι αποτελεσματική και βελτιώνεται, όταν υπάρχει μεταξύ των ατόμων ή των ομάδων που επικοινωνούν, αμοιβαία κατανόηση.

Ένα άλλο σημείο που πρέπει να επισημανθεί στη διαδικασία της επικοινωνίας είναι ότι καθώς ξεκινά από έναν πομπό, ο οποίος στέλνει ένα μήνυμα κωδικοποιημένο με σύμβολα (π.χ. λέξεις, ήχους κτλ.), το μήνυμα προχωράει και μεταφέρεται στον δέκτη μέσα από κάποιο/α μέσο/α /κανάλι/α και παραλαμβάνεται από το δέκτη αποκωδικοποιημένο ή αποκωδικοποιείται-γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας από το δέκτη. Βέβαια, για να υπάρξει επικοινωνία, πομπός και δέκτης ή παραλήπτης πρέπει να έχουν ή να προσπαθούν να αποκτήσουν κάποιον κοινό κώδικα (Κοντάκος & Σταμάτης, 2002). Η διαδικασία της επεξεργασίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το φιλτράρισμα που πραγματοποιείται από το δέκτη και επηρεάζεται από τις προσωπικές του αντιλήψεις, ιδέες, στάσεις και προκαταλήψεις, εμπειρίες, και αξίες (Κανδυλάκη, 2004:73). Καθώς η διαδικασία εξελίσσεται δυναμικά και ο δέκτης προσπαθεί να δώσει μιαν απάντηση στον πομπό, όσον αφορά το μήνυμα, διαπιστώνεται (από τον πομπό) εάν κατά πόσο το μήνυμα έχει παρερμηνευθεί ή διαστρεβλωθεί από τον δέκτη. Στη διαδικασία της επικοινωνίας δηλαδή, όπως αναφέρει και ο Clampitt (2005), υπάρχει μια διαρκής εναλλαγή ρόλων-ανατροφοδότηση του πομπού και του δέκτη με την προσπάθεια να γίνει ακριβής αποκωδικοποίηση του μηνύματος και να είναι αποτελεσματική η επικοινωνία.

Ο πομπός και ο δέκτης ανατροφοδοτούνται σε μια δυναμική και κυκλική διαδικασία (Dixon & O’Hara, 2006) η οποία, όταν είναι αυθεντική, συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη και ουσιαστικότερη επικοινωνία, στην επίλυση προβλημάτων και μειώνονται ή εξαλείφονται τα εμπόδια που προέρχονται είτε από ανεπαρκή κωδικοποίηση ή αποκωδικοποίηση του μηνύματος ή λανθασμένη μεταφορά (Δημοπούλου–Λαγωνίκα, 2011:195). Βέβαια, βασικός παράγοντας της ικανοποιητικής κωδικοποίησης/αποκωδικοποίησης είναι σύμφωνα με Verderber (1998, 29) το γενικότερο πλαίσιο επικοινωνίας, δηλαδή το περιβάλλον όπου συντελείται (π.χ. μια αίθουσα διδασκαλίας) που αφορά στην τοποθεσία/χώρο, στη διαρρύθμιση του χώρου, στο φως, σε ενδεχόμενους εξωτερικούς θορύβους κτλ.

Πρέπει να επισημάνουμε επιπλέον ότι η ανθρώπινη επικοινωνία διεξάγεται (ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα που αφορούν: α) στο περιεχόμενο (τι λέµε) λεκτική επικοινωνία και β) στη σχέση (πώς το λέµε) μη λεκτική επικοινωνία.

Η λεκτική (verbal communication) που αφορά την επικοινωνία που πραγματώνεται με την αξιοποίηση του γλωσσικού κώδικα και το μήνυμα από τον πομπό στο δέκτη μεταδίδεται με λέξεις, φράσεις, έννοιες που διέπονται από συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες και εκπέμπονται από τον ομιλητή δια μέσου του φωνητικού του συστήματος και προσλαμβάνονται από τον ακροατή διαμέσου του ακουστικού συστήματος (Chomsky, 1964× Manstead, 1991 οπ. αναφ. στο Κανδυλάκη, 2004). Στο πλαίσιο της λεκτικής επικοινωνίας συμπεριλαμβάνονται και τα μηνύματα που μεταδίδονται μέσω του γραπτού λόγου. Είναι αξιοσημείωτο ότι αφορά μόνο το 7% της όλης επικοινωνίας παρόλο που αποτελεί την πιο συνειδητή μορφή επικοινωνίας (Κανδυλάκη, 2004: 80) στην οποία συνήθως δίνεται μεγάλη βαρύτητα.

Η μη λεκτική επικοινωνία (non verbal communication) αναφέρεται στην παραγωγή και μετάδοση μηνυμάτων με άλλο τρόπο εκτός του λόγου και των λέξεων. Δηλαδή η «μη λεκτική επικοινωνία» αφορά σε μηνύματα που μεταφέρονται με χειρονομίες, το βλέμμα, τις κινήσεις του σώματος, τους μορφασμούς του προσώπου, ένα χαμόγελο, μια μυρωδιά ή τον τόνο της φωνής κτλ. Ακόμη και οι σιωπές, η εμφάνιση-το παρουσιαστικό κάποιου αποτελεί μέρος της επικοινωνίας και έχουν μεγάλη σημασία καθώς σε κάθε περίπτωση εκπέμπονται μηνύματα τα οποία όπως αναφέρει η Κούρτη (2007) είναι ένα είδος «σιωπηλών οδηγιών» για την ερμηνεία τόσο του περιεχομένου της επικοινωνίας, όσο και της σχέσης των ατόμων που επικοινωνούν (Argyle, 1988ˑ DeVito, 2002ˑ Fussel,1996 ˑKnapp & Hall, 2002ˑ Kοντάκος & Πολεμικός, 2000ˑ Kotzman, 1989ˑ Μπουραντάς,1992).

Τα μηνύματα που μεταφέρονται μέσω μη λεκτικής επικοινωνίας έχουν καθοριστικό και ρυθμιστικό ρόλο στη συνολική επικοινωνία, παρόλο που οι περισσότεροι άνθρωποι τα αγνοούν. Γενικότερα, ελάχιστοι άνθρωποι έχουν απόλυτη και συνεχή επίγνωση των μη λεκτικών μηνυμάτων που μεταδίδουν, όπως και αυτών που προσλαμβάνουν και ερμηνεύουν. Παρά το γεγονός ότι η έρευνα που αφορά στη μη λεκτική επικοινωνία αναδεικνύει την εξαιρετικότατη σημαντικότητά της ως προς τη δημιουργία νοήματος, καθώς θεωρείται ο πιο ισχυρός παράγοντας της επικοινωνίας (Κούρτη, 2007), το εκπαιδευτικό μας σύστημα δίνει βαρύτητα μόνο στο λεκτική επικοινωνία. Έτσι, η δεξιότητα της κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης των µη λεκτικών μηνυμάτων καταλήγει να αφορά τη «διαίσθηση», την εμπειρία και τις προσωπικές «θεωρίες» του κάθε ανθρώπου (Κούρτη, 2007), οδηγώντας συχνά σε παρανοήσεις και παρεξηγήσεις στην επικοινωνία. Ο Freud (οπ. αναφ. στο Κούρτη, 2007) χαρακτήρισε τη µη λεκτική επικοινωνία ως ένα γρίφο ή δυσνόητο κείμενο που απαιτεί ειδικές στρατηγικές ερμηνείας.

License

ΟΙ ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΕΚΠΟΝΟΥΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ - ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Copyright © 2017 by Συγγραφέας: Ευαγγελία (Γκέλη) Μανούσου και Μανούσου (Γκέλη) Ευαγγελία. All Rights Reserved.

Share This Book

Feedback/Errata

Comments are closed.